ξενᾱγία

ξενᾱγία
ξεν-ᾱγία, , (1) das Herumführen der Fremden. (2) das Amt eines ξεναγός, Befehl über ein Heer von Mietstruppen; auch σύνταγμα παρὰ Κρησί, eine bestimmte Heeresabteilung

Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Schlagen Sie auch in anderen Wörterbüchern nach:

  • ξεναγία — ξεναγίᾱ , ξεναγία office of fem nom/voc/acc dual ξεναγίᾱ , ξεναγία office of fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξεναγία — η (Α ξεναγια) [ξεναγός] η περιήγηση, η κατατόπιση και η εξυπηρέτηση τών ξένων σε μια χώρα, ξενάγηση αρχ. 1. η αρχηγία μισθοφορικών στρατευμάτων 2. (στους Κρήτες) σύνταγμα 3. δύναμη δύο ψιλαγιών, δηλαδή σωμάτων με 250 ελαφρά οπλισμένους στρατιώτες …   Dictionary of Greek

  • ξεναγίας — ξεναγίᾱς , ξεναγία office of fem acc pl ξεναγίᾱς , ξεναγία office of fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξεναγίαι — ξεναγίᾱͅ , ξεναγία office of fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξεναγίαν — ξεναγίᾱν , ξεναγία office of fem acc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ξεναγησμός — ξεναγησμός, ὁ (Μ) η ξεναγία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ξεναγῶ, κατά τα αρσ. σε σμός (πρβλ. νουθετη σμός)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”